Το θέατρο στο Έπος του ’40

Καλλιτεχνική σύνθεση εμπνευσμένη από τη Σοφία Βέμπο, με θεατρική αυλαία και στρατιώτες στα βουνά του 1940

Οι ηθοποιοί, οι παραστάσεις και τα τραγούδια που εμψύχωσαν μια χώρα

24 Οκτωβρίου 1940. Στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ο Θάνος Τράγκας σκηνοθετεί τον «Καραγκιόζη» του Συναδινού. Στη διανομή βρίσκεται, μεταξύ άλλων, ο Μίμης Φωτόπουλος. Τέσσερις ημέρες αργότερα, με την ιταλική εισβολή, ο κόσμος αυτών των θεατρικών παραστάσεων αλλάζει απότομα.

Οι ηθοποιοί επιστρατεύονται, οι θίασοι χάνουν μέλη τους, τα θέατρα χρειάζονται καταφύγια και το ρεπερτόριο προσαρμόζεται σε μια πραγματικότητα που μεταβάλλεται από μέρα σε μέρα. Όσοι παραμένουν στη σκηνή αντιμετωπίζουν ένα κοινό που έχει ανθρώπους στο μέτωπο και περιμένει ειδήσεις, συχνά με αγωνία.

Ανάμεσα στην πολεμική επιθεώρηση, στις παραγωγές του Βασιλικού Θεάτρου και στις ιστορίες των καλλιτεχνών που πολέμησαν, αναδύεται ένα διαφορετικό κεφάλαιο του ελληνικού θεάτρου. Η ιστορία του συνεχίζεται στα χρόνια της Κατοχής, με καινούργιες μορφές θεατρικής δράσης.

Η Αθήνα αλλάζει πρόγραμμα και οι θίασοι ξανανεβάζουν αυλαία

Μετά την 28η Οκτωβρίου, η επιστράτευση, οι συναγερμοί και οι περιορισμοί στη νυχτερινή κυκλοφορία επηρεάζουν τη λειτουργία των θεάτρων. Σύμφωνα με την ιστορική επισκόπηση της Ελένης Γεωργίου, τα αθηναϊκά θέατρα έμειναν κλειστά στις 29, 30 και 31 Οκτωβρίου και επαναλειτούργησαν την 1η Νοεμβρίου 1940. Οι θίασοι ανασυγκροτήθηκαν, ενώ ορισμένες αίθουσες ενημέρωναν τους θεατές ακόμη και για τα καταφύγιά τους. Πηγή: «Το θέατρο στην Αθήνα».

Η Μαρίκα Κοτοπούλη αποσύρει τη «Μαντάμ Μποβαρί» και παρουσιάζει τα «Πολεμικά Παναθήναια». Τίτλοι όπως «Πολεμική Σπίθα», «Μπράβο Κολονέλλο», «Φινίτο Μουσολίνι» και «Πολεμικές Καντρίλιες» εμφανίζονται σε διαδοχικές πρεμιέρες. Η ταχύτητα έχει σημασία: πολλές παραγωγές γράφονται και προετοιμάζονται μέσα σε ελάχιστες ημέρες.

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου εξακολουθεί να αποτελεί το πολιτικό πλαίσιο της εποχής. Η σάτιρα κατά του Ιταλού εισβολέα αποκτά μεγαλύτερο περιθώριο έκφρασης· αυτό δεν σημαίνει ότι η δικτατορική λογοκρισία έχει καταργηθεί. Το θέατρο ανταποκρίνεται στον πόλεμο, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί μέσα σε περιορισμούς.

Η πολεμική επιθεώρηση: όταν η είδηση γίνεται θεατρική σκηνή

Η επιθεώρηση είχε τη δυνατότητα να αντιδρά σχεδόν ακαριαία στην επικαιρότητα. Μια στρατιωτική ανακοίνωση μετατρεπόταν σε παρλάτα, ένα όνομα σε σατιρικό νούμερο, μια γνωστή μελωδία σε καινούργιο τραγούδι. Το υλικό άλλαζε ενώ η παράσταση βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη.

Στο θέατρο Μοντιάλ η Σοφία Βέμπο και οι συνεργάτες της συνέδεσαν το τραγούδι με τις εξελίξεις στο μέτωπο. Ο Μίμης Τραϊφόρος, που συμμετείχε στην επιθεώρηση, μπορούσε να ανακοινώνει από τη σκηνή πληροφορίες για τις ελληνικές επιτυχίες. Η είδηση της κατάληψης της Κορυτσάς, στις 22 Νοεμβρίου, πέρασε γρήγορα και στα θεατρικά νούμερα.

Ο ερευνητής Ελευθέριος Σκιαδάς περιγράφει μια σκηνή από τη «Φινίτα λα Μιούζικα», όπου ο Νίκος Μηλιάδης, στον ρόλο ενός τραυματία, χαιρετούσε συγκινημένος πραγματικούς τραυματίες που βρίσκονταν ανάμεσα στους θεατές. Αυτή η συνάντηση δείχνει γιατί οι παραστάσεις εκείνων των μηνών δεν μπορούν να διαβαστούν μόνο ως ψυχαγωγία. Η ιστορική έρευνα του Ελευθέριου Σκιαδά.

Η μορφή της επιθεώρησης, με σύντομες σκηνές και συχνή αλλαγή ρυθμού, επέτρεπε στο κοινό να μοιραστεί τον φόβο και τον ενθουσιασμό του χωρίς να απομακρύνεται από όσα συνέβαιναν έξω από το θέατρο. Η σάτιρα του Μουσολίνι και της ιταλικής προπαγάνδας υπήρξε κεντρικό γνώρισμα αυτών των παραστάσεων.

Σοφία Βέμπο: το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» από τη σκηνή στον δίσκο

Η Σοφία Βέμπο ήταν ήδη γνωστή στο μουσικό θέατρο πριν από τον πόλεμο. Η ερμηνεία της στο «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» συνέδεσε τη φωνή της με το 1940, αλλά το τραγούδι δεν δημιουργήθηκε από το μηδέν. Ο Μίμης Τραϊφόρος έγραψε νέους στίχους πάνω στη μελωδία της «Ζεχρά» του Μιχάλη Σουγιούλ, η οποία είχε ήδη ηχογραφηθεί το 1938.

Η νέα εκδοχή ακούστηκε στην πολεμική επιθεώρηση «Μπέλλα Γκρέτσια» και ηχογραφήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1940. Το Αρχείο Κουνάδη τεκμηριώνει τόσο την προγενέστερη «Ζεχρά» όσο και την κατοπινή πολεμική ηχογράφηση. Το αφιέρωμα του Αρχείου της ΕΡΤ συγκεντρώνει μαρτυρίες για τη δημιουργία και την απήχησή του.

Για έναν ηθοποιό, η ιστορία αυτή έχει ενδιαφέρον και ως ιστορία ερμηνείας. Οι ίδιοι μουσικοί φθόγγοι, όταν συνδέθηκαν με άλλες λέξεις και με το κοινό βίωμα του πολέμου, απέκτησαν διαφορετικό συναισθηματικό περιεχόμενο. Η καθαρή εκφορά, ο ρυθμός και η σχέση της Βέμπο με το ακροατήριο ήταν κρίσιμα στοιχεία της θεατρικής της παρουσίας.

Το «Κορόιδο Μουσολίνι»: μια ιταλική μελωδία με ελληνικούς σατιρικούς στίχους

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «Κορόιδο Μουσολίνι». Ο Γιώργος Οικονομίδης έγραψε ελληνικούς σατιρικούς στίχους στη μελωδία του ιταλικού «Reginella Campagnola», σύνθεση του Eldo Di Lazzaro, που είχε ήδη γνωρίσει επιτυχία και στην Ελλάδα με άλλους στίχους.

Σύμφωνα με το Αρχείο Κουνάδη, ο Νίκος Γούναρης ηχογράφησε τον Δεκέμβριο του 1940 τη συγκεκριμένη διασκευή με τίτλο «Στη Ρώμη». Η διαδρομή του σκοπού, από την Ιταλία στην ελληνική επιθεώρηση και τη δισκογραφία, δείχνει με ακρίβεια πώς ένα αναγνωρίσιμο μουσικό θέμα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για εντελώς διαφορετικό σκοπό.

Οι ηθοποιοί που πολέμησαν: ένας κατάλογος 156 ονομάτων

Δεν έμειναν όλοι στη σκηνή. Με την επιστράτευση άνθρωποι του θεάτρου υπηρέτησαν στον στρατό, ενώ πολλοί άλλοι βρέθηκαν σε στρατιωτικά νοσοκομεία και υπηρεσίες υποστήριξης. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Μιχαήλ Ροδάς δημοσίευσε τον Μάρτιο του 1941 κατάλογο 156 ανθρώπων του θεατρικού χώρου που συμμετείχαν στον πόλεμο, στηριγμένο σε στοιχεία του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών.

Στον κατάλογο συναντάμε ονόματα που αργότερα γνώρισε το ευρύ κοινό, όπως ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Μάνος Κατράκης, ο Παντελής Ζερβός και ο Νίκος Σταυρίδης. Ο αριθμός 156 αφορά εκείνη τη συγκεκριμένη δημοσίευση και δεν αποτελεί οριστική απογραφή όλων όσοι υπηρέτησαν. Περιλαμβάνει, επίσης, καλλιτεχνικές ειδικότητες πέρα από τους ηθοποιούς.

Ο Πάνος Παπακυριακόπουλος, γνωστός ως Ντόλης, σκοτώθηκε στο ύψωμα Σκουτάρα στις 25 Ιανουαρίου 1941, ενώ ο ηθοποιός Χρήστος Μωραΐτης καταγράφεται επίσης ανάμεσα στους πεσόντες. Ο κωμικός Δήμος Αυγείας επέστρεψε βαριά τραυματισμένος. Τον Αύγουστο του 1941 οι συνάδελφοί του οργάνωσαν τιμητική παράσταση στο θέατρο Κοτοπούλη για να στηρίξουν οικονομικά εκείνον και τον επίσης τραυματία Λάμπη Μπούμπη. Ο Αυγείας υπέκυψε αργότερα στα τραύματά του. Τα περιστατικά καταγράφονται στην ιστορική αποτίμηση του Ελευθέριου Σκιαδά.

Στα μετόπισθεν γυναίκες του θεάτρου συμμετείχαν στην περίθαλψη και στην ψυχαγωγία τραυματιών. Το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, με πρόεδρο τον Σπύρο Πατρίκιο, συγκέντρωνε οικονομική ενίσχυση και προσπαθούσε να στηρίξει οικογένειες συναδέλφων που είχαν επιστρατευθεί. Η καθημερινή προσφορά αυτών των ανθρώπων είναι λιγότερο ορατή από τις πολεμικές επιθεωρήσεις, αλλά ανήκει στην ίδια ιστορία.

Η μαρτυρία του Διονύση Παπαγιαννόπουλου για το αλβανικό μέτωπο

Σε απόσπασμα από την τηλεοπτική συνέντευξή του στον Φρέντυ Γερμανό, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος θυμάται τις εξαντλητικές πορείες των στρατιωτών στην Αλβανία. Περιγράφει πώς, μέσα στην αϋπνία, κρατιούνταν από την ουρά ενός μουλαριού για να συνεχίσουν να βαδίζουν με κλειστά μάτια. Η προσωπική του αφήγηση μεταφέρει μια πλευρά του πολέμου που δύσκολα αποτυπώνεται στους καταλόγους των ονομάτων.

Απόσπασμα από τη συνέντευξη στην εκπομπή «Πορτραίτο της Πέμπτης» (1976), όπως αναρτήθηκε από το 2GK WEBRADIO. Το τηλεοπτικό αφιέρωμα τεκμηριώνεται και στο Αρχείο της ΕΡΤ. Για ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, δείτε και το σύντομο βίντεο της «Μηχανής του Χρόνου» για τους Κατράκη, Παπαγιαννόπουλο και Κωνσταντάρα.

Το Βασιλικό Θέατρο παίζει «Πέρσες» και «Ερρίκο Ε΄»

Το Βασιλικό Θέατρο, σημερινό Εθνικό Θέατρο, αντιμετώπισε απώλειες προσωπικού λόγω της επιστράτευσης και αναγκάστηκε να αναπροσαρμόσει τη λειτουργία του. Χρειάστηκε να μεταφέρει παραστάσεις στο Παλλάς, το οποίο διέθετε καταφύγιο.

Στις 24 Νοεμβρίου 1940 παρουσιάστηκε στο Παλλάς επανάληψη των «Περσών» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη. Το ίδιο αρχείο επιβεβαιώνει ότι η παραγωγή είχε πρωτοανέβει τον Οκτώβριο του 1939.

Στις 19 Μαρτίου 1941 έκανε πρεμιέρα ο «Ερρίκος Ε΄» του Σαίξπηρ, επίσης σε σκηνοθεσία Ροντήρη. Ο Αλέξης Μινωτής είχε τον ομώνυμο ρόλο, ενώ στη διανομή βρίσκονταν ο Δημήτρης Χορν και η Βάσω Μανωλίδου. Σύμφωνα με το Ψηφιακό Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου, οι παραστάσεις συνεχίστηκαν έως τις 6 Απριλίου 1941, την ημέρα της γερμανικής εισβολής.

Οι δύο αυτές παραγωγές προσφέρουν μια διαφορετική εικόνα από εκείνη της επιθεώρησης: μεγάλα κλασικά έργα, οργανωμένοι θίασοι και πολυπρόσωπες διανομές, σε συνθήκες όπου η συνέχεια μιας παράστασης δεν ήταν ποτέ δεδομένη.

Ο Θάνος Τράγκας: από τη σκηνή στις φυλακές της Κατοχής

Η ιστορία αυτής της περιόδου αγγίζει άμεσα και τη διαδρομή της σημερινής Δραματικής Σχολής Τράγκα. Ο Θάνος Τράγκας είχε αποφοιτήσει το 1929 από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Ωδείου, όπου είχε φοιτήσει από το 1926. Στη συνέχεια εργάστηκε ως ηθοποιός, σκηνοθέτης και δάσκαλος.

Στο βιογραφικό αρχείο της Σχολής καταγράφεται η σκηνοθεσία του «Ορέστη» του Ευριπίδη στις 10 Απριλίου 1940 στο θέατρο Ολύμπια, με τα Εκπαιδευτήρια Φωτόπουλου. Το ίδιο αρχείο καταγράφει τον «Καραγκιόζη» του Συναδινού στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στις 24 Οκτωβρίου 1940, με τον Μίμη Φωτόπουλο και άλλους ηθοποιούς. Πρόκειται για μια συγκεκριμένη, καταγεγραμμένη θεατρική δραστηριότητα λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του πολέμου.

Την ίδια χρονιά εκδίδεται η ποιητική του συλλογή «Τιτάνες». Στον κατάλογο του συγγραφικού του έργου περιλαμβάνονται ακόμη το μονόπρακτο «Μπλόκο στο χωριό», που αναφέρεται στην Κατοχή του 1942, και το δράμα «Ολοκαύτωμα» του 1943. Το αρχείο δεν αρκεί από μόνο του για να χρονολογήσουμε με βεβαιότητα τη συγγραφή του «Μπλόκου στο χωριό» το 1942· γι’ αυτό κρατούμε τη διατύπωση της ίδιας της καταγραφής.

Ιδιαίτερη θέση έχει η μαρτυρία του συγγραφέα Ευάγγελου Ανδρέου, όπως διασώζεται στο βιογραφικό του Τράγκα. Ο Ανδρέου αναφέρει ότι κατά την Κατοχή ο Τράγκας φυλακίστηκε από τις γερμανικές αρχές και έγραφε ποιήματα, τα οποία απήγγελλε στους συγκρατούμενούς του. Πρόκειται για προσωπική μαρτυρία που μας μεταφέρει το αρχείο της Σχολής και όχι για ανεξάρτητα διασταυρωμένο υπηρεσιακό έγγραφο της κράτησης.

Για έναν άνθρωπο που αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στη διδασκαλία του θεάτρου, αυτή η αφήγηση έχει ειδικό βάρος. Η φωνή, ο λόγος και η απαγγελία που καλλιεργούνται στην πρόβα βρίσκουν μια τελείως διαφορετική χρήση μέσα σε ένα κελί. Δεν γνωρίζουμε όλες τις λεπτομέρειες εκείνης της εμπειρίας. Γνωρίζουμε όμως ότι διασώθηκε ως μέρος της προσωπικής και καλλιτεχνικής ιστορίας του.

Η σύνδεσή του με τη Σχολή τεκμηριώνεται και διοικητικά: το ΦΕΚ 44/7.2.1959, τ. Β΄, που παρατίθεται στο βιογραφικό του, εγκρίνει την επαναλειτουργία της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Ωδείου υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Αθανασίου Τράγκα. Το ίδιο κείμενο αναφέρει ίδρυση της Σχολής το 1926 και διακοπή της λειτουργίας της από το 1944 λόγω έλλειψης χώρου.

Η Κατοχή αλλάζει το θεατρικό τοπίο

Από την άνοιξη του 1941 το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον είναι διαφορετικό. Η γερμανική εισβολή και η Κατοχή φέρνουν πείνα, φτώχεια και αυστηρό περιορισμό της δημόσιας έκφρασης. Η αντιιταλική σάτιρα των προηγούμενων μηνών δεν μπορεί πια να παρουσιάζεται με τον ίδιο τρόπο.

Τα θέατρα εξακολουθούν να λειτουργούν σε μεγάλο μέρος της Κατοχής, ενώ συγγραφείς και ηθοποιοί στρέφονται συχνά σε έμμεσες αναφορές, κοινωνικά θέματα και σατιρικά επεισόδια της καθημερινότητας. Η έλλειψη τροφίμων, οι μαυραγορίτες και η δυσκολία της επιβίωσης γίνονται μέρος της θεατρικής ύλης. Αυτές οι παραστάσεις δεν είναι όλες ίδιες ως προς τη στάση τους απέναντι στην Κατοχή και χρειάζεται προσοχή προτού χαρακτηριστούν συλλήβδην «αντιστασιακές».

Στην επαγγελματική ζωή των ηθοποιών, παράλληλα, η πείνα και η οικονομική αποδιοργάνωση δημιουργούν πραγματικά προβλήματα. Οι πρόβες και οι παραστάσεις συνεχίζονται σε συνθήκες που δεν έχουν καμία σχέση με τη συνηθισμένη θεατρική καθημερινότητα.

1942: Ο Κάρολος Κουν ιδρύει το Θέατρο Τέχνης

Μέσα στην Κατοχή, στις 7 Οκτωβρίου 1942, κάνει την πρώτη του παράσταση το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν με την «Αγριόπαπια» του Ερρίκου Ίψεν, στο θέατρο Αλίκης. Το Αρχείο της ΕΡΤ κατονομάζει ανάμεσα στους νέους ηθοποιούς που συμμετείχαν τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, τον Λυκούργο Καλλέργη, τον Παντελή Ζερβό, τη Βάσω Μεταξά και άλλους.

Οι πρόβες είχαν αρχίσει σε έναν χώρο της οδού Ζωοδόχου Πηγής. Ο Κουν διαμόρφωσε έναν θίασο που συνδεόταν στενά με την εκπαίδευση και τη συστηματική συνεργασία των ηθοποιών. Το γεγονός ότι αυτή η προσπάθεια ξεκίνησε το 1942, όταν η Αθήνα δοκιμαζόταν από την Κατοχή, αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την ιστορία της θεατρικής παιδείας.

Η επιλογή της «Αγριόπαπιας» έχει και θεατρολογικό ενδιαφέρον: ένα έργο όπου οι σχέσεις των προσώπων, τα οικογενειακά ψέματα και οι σταδιακές αποκαλύψεις απαιτούν προσεκτική δουλειά στο κείμενο και στη συμπεριφορά των χαρακτήρων.

Το Θέατρο του Βουνού και οι παραστάσεις στα χωριά

Άλλες μορφές θεατρικής δράσης αναπτύσσονται έξω από τις μεγάλες αθηναϊκές σκηνές. Στη Θεσσαλία, το καλοκαίρι του 1944, ο Βασίλης Ρώτας συνδέεται με τον Θεατρικό Όμιλο της ΕΠΟΝ Θεσσαλίας. Στην Ήπειρο, ο Γιώργος Κοτζιούλας οργανώνει τη «Λαϊκή Σκηνή», που δίνει παραστάσεις στις περιοχές όπου δραστηριοποιείται η Αντίσταση.

Δεν πρόκειται για έναν και μοναδικό θίασο. Πρόκειται για διαφορετικές προσπάθειες, με κοινό χαρακτηριστικό ότι η παράσταση μετακινείται προς τους κατοίκους χωριών, τους αντάρτες και ανθρώπους που δύσκολα θα έφταναν ποτέ σε οργανωμένη θεατρική αίθουσα.

Στο ψηφιακό αποθετήριο των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) διασώζονται φωτογραφικά τεκμήρια της «Λαϊκής Σκηνής» του Κοτζιούλα και του κοινού της, με χρονολόγηση 1943–1944. Αυτές οι εικόνες προσφέρουν ένα εντελώς διαφορετικό οπτικό τεκμήριο από τα προγράμματα των αθηναϊκών θεάτρων.

Τι έμεινε από τις παραστάσεις εκείνων των χρόνων

Η ιστορία του θεάτρου από το 1940 έως το 1944 δεν χωρά σε μία μόνο αφήγηση. Περιλαμβάνει εμψύχωση και σάτιρα, τη στρατιωτική υπηρεσία και την απώλεια συναδέλφων, τις ανάγκες της επαγγελματικής επιβίωσης, την ίδρυση νέων θεατρικών σχημάτων και τη συμμετοχή καλλιτεχνών στην Αντίσταση.

Η Απελευθέρωση δεν σήμανε τέλος των συγκρούσεων. Τον Δεκέμβριο του 1944 δολοφονήθηκε η σπουδαία ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, μετά τη σύλληψή της από άνδρες του ΕΛΑΣ. Η περίπτωσή της, την οποία τεκμηριώνει το Αρχείο της ΕΡΤ, ανήκει σε ένα διαφορετικό, τραγικό κεφάλαιο της ιστορίας του ελληνικού θεάτρου, που απαιτεί ξεχωριστή και προσεκτική εξέταση.

Για τους σημερινούς σπουδαστές υποκριτικής, το ενδιαφέρον βρίσκεται και στο ίδιο το υλικό: πώς αλλάζει ένας ρόλος όταν το κοινό κουβαλά μια κοινή εμπειρία· πώς μια γνωστή μελωδία αποκτά νέα σημασία· πώς ένας θίασος συνεχίζει όταν λείπουν οι συνάδελφοί του· πώς ο θεατρικός λόγος μπορεί να υπάρξει ακόμη κι έξω από μια κανονική σκηνή.

Επιστρέφοντας στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Θάνος Τράγκας στις 24 Οκτωβρίου 1940, το χρονικό διάστημα των τεσσάρων ημερών έως την κήρυξη του πολέμου μοιάζει σήμερα ελάχιστο. Για τους ανθρώπους που βρίσκονταν τότε πάνω και κάτω από τη σκηνή, ήταν η απόσταση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές καθημερινότητες.

Πηγές και ιστορικά τεκμήρια

Αρχείο Δραματικής Σχολής Τράγκα – Θάνος Τράγκας (1904–1983): βιογραφική καταγραφή, θεατρικές παραγωγές 1940, μαρτυρία Ευάγγελου Ανδρέου και ΦΕΚ 1959.

Ψηφιακό Αρχείο Εθνικού Θεάτρου – «Πέρσαι» και «Ερρίκος Ε΄»: χρονολόγηση παραγωγών και συντελεστές.

Αρχείο ΕΡΤ – «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» και η ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης: οπτικοακουστικές μαρτυρίες και χρονολόγηση.

Αρχείο Κουνάδη – «Ζεχρά / Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» και «Κορόιδο Μουσολίνι»: τεκμήρια παρτιτούρας, στίχων και ηχογραφήσεων.

Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, «Οι Έλληνες ηθοποιοί στον Πόλεμο του 1940»: ο κατάλογος των 156 και οι βιογραφικές αναφορές.

Ελένη Γεωργίου, «Το θέατρο στην Αθήνα»: επιθεωρήσεις, θίασοι και λειτουργία των αθηναϊκών σκηνών.

Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – τεκμήρια θεάτρου στα χρόνια της Αντίστασης.