Όλοι μας έχουμε στο μυαλό μας μια εικόνα για το πώς μοιάζει ο παράδεισος. Συχνά τον φανταζόμαστε ως έναν καταπράσινο τόπο, γεμάτο δροσιά, καρποφόρα δέντρα και τρεχούμενα νερά. Αυτή η εικόνα, καθώς και η ίδια η λέξη που χρησιμοποιούμε καθημερινά για να τον περιγράψουμε, δεν αποτελούν μια τυχαία σύλληψη, αλλά έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Περσία. Η ιστορία πίσω από αυτή την έννοια είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι που συνδέει τη γεωγραφία, την ανθρώπινη ανάγκη για επιβίωση και την τέχνη της δημιουργίας.

Όλα ξεκίνησαν όταν οι αρχαίοι Πέρσες, οι οποίοι ήταν αρχικά νομαδικοί λαοί, άφησαν τις στέπες της Κεντρικής Ασίας και μετανάστευσαν προς τα νότια, φτάνοντας στα οροπέδια της Μέσης Ανατολής. Εκεί αντίκρισαν ένα περιβάλλον εξαιρετικά σκληρό, γεμάτο ερήμους, έντονο ήλιο και ξηρούς ανέμους. Η επιβίωσή τους εξαρτιόταν άμεσα από την εξεύρεση νερού. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την τεράστια πρόκληση, εφηύραν ένα επαναστατικό υπόγειο σύστημα υδραγωγείων. Μέσα από αυτά τα κανάλια κατάφερναν να μεταφέρουν το πολύτιμο νερό από τα χιονισμένα βουνά προς τις πεδιάδες, προστατεύοντάς το από τη σφοδρή εξάτμιση που θα προκαλούσε ο καυτός ήλιος της περιοχής.
Με το νερό αυτό εξασφάλισαν όχι μόνο την επιβίωσή τους αλλά και κάτι πολύ πιο όμορφο. Άρχισαν να δημιουργούν κλειστούς, οριοθετημένους κήπους, πλήρως προστατευμένους από το αφιλόξενο εξωτερικό περιβάλλον. Μέσα σε αυτούς τους χώρους φύτευαν δέντρα για σκιά και άφηναν το νερό να ρέει ελεύθερα, μεταμορφώνοντας το ξηρό τοπίο σε μια δροσερή όαση. Ονόμασαν αυτούς τους περίκλειστους κήπους με μια λέξη που συνέθεσαν από το πρόθημα που σημαίνει γύρω και τη λέξη που σημαίνει τοίχος. Έτσι γεννήθηκε ο όρος pairidaēza, ο οποίος περιέγραφε ακριβώς αυτό το περιφραγμένο, καταπράσινο καταφύγιο. Για τους ανθρώπους της εποχής, που πάλευαν καθημερινά με τη σκληρότητα της ερήμου, η απόλυτη ευτυχία ήταν συνυφασμένη με αυτούς τους σκιερούς κήπους.
Η ομορφιά αυτών των κήπων ήταν τόσο ξακουστή που δεν άργησε να εντυπωσιάσει τους γειτονικούς λαούς. Οι αρχαίοι Έλληνες γνώρισαν από κοντά αυτά τα θαύματα της περσικής αρχιτεκτονικής τοπίου. Συγγραφείς όπως ο Ξενοφών περιέγραψαν με θαυμασμό αυτούς τους χώρους, και κάπως έτσι η λέξη ενσωματώθηκε στην ελληνική γλώσσα ως παράδεισος. Η μεγάλη ανατροπή όμως, που έδωσε στη λέξη τη σύγχρονη θρησκευτική της σημασία, συνέβη στην Αλεξάνδρεια. Όταν οι Εβδομήκοντα μετέφρασαν την Παλαιά Διαθήκη στα ελληνικά, αναζήτησαν την ιδανική λέξη για να αποδώσουν τον Κήπο της Εδέμ. Η ελληνική πλέον λέξη παράδεισος φάνταζε η πιο ταιριαστή επιλογή.
Αν παρατηρήσει κανείς τον σχεδιασμό αυτών των αρχαίων περσικών κήπων, θα ανακαλύψει μια εκπληκτική ομοιότητα με τις βιβλικές περιγραφές. Στην περσική παράδοση, το νερό αποθηκευόταν σε δεξαμενές και έπειτα χωριζόταν σε τέσσερα κεντρικά κανάλια, δίνοντας στον κήπο μια χαρακτηριστική σταυροειδή διάταξη. Αυτή η δομή καθρεφτίζει σχεδόν απόλυτα την περιγραφή του Κήπου της Εδέμ, από τον οποίο πήγαζε ένα ποτάμι που στη συνέχεια διακλαδιζόταν σε τέσσερις κατευθύνσεις. Πιθανολογείται έντονα ότι αυτή η αρχιτεκτονική σύλληψη ενέπνευσε τους Ιουδαίους κατά την περίοδο της αιχμαλωσίας τους στη Βαβυλώνα, ενσωματώνοντας την περσική εκδοχή της γήινης τελειότητας στα δικά τους ιερά κείμενα.
Αν αυτή η συναρπαστική αναδρομή στην ιστορία μιας τόσο οικείας λέξης σας κίνησε την περιέργεια, υπάρχει ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα που μπορεί να σας ταξιδέψει βαθύτερα σε αυτόν τον κόσμο. Πρόκειται για το βιβλίο των συγγραφέων Geoffrey και Brenda Parker με τίτλο «The Persians: Lost Civilizations», το οποίο αποτελεί και τη βασική πηγή αυτών των πληροφοριών και κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Το έργο αυτό αποτελεί μια διεισδυτική και βαθιά ανθρώπινη ματιά στην ιστορία και τον πολιτισμό της περσικής αυτοκρατορίας. Οι συγγραφείς καταφέρνουν να αποτινάξουν τη στρυφνή ακαδημαϊκή αφήγηση και μας προσφέρουν ένα κείμενο γεμάτο ζωντάνια. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, οι Πέρσες παύουν να είναι απλώς οι μακρινοί αντίπαλοι των αρχαίων Ελλήνων. Αντίθετα, αναδεικνύονται ως ένας λαός με τεράστια ευρηματικότητα, υψηλή αισθητική και μια σπάνια προσέγγιση στη διακυβέρνηση που προστάτευε την ποικιλομορφία των υποτελών λαών. Το βιβλίο διερευνά την άνοδο και την πτώση των μεγάλων δυναστειών, εξετάζει την επιρροή της ζωροαστρικής θρησκείας και εξηγεί το πώς αυτός ο πολιτισμός κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Είναι μια εξαιρετική επιλογή για όποιον αγαπά την ιστορία και επιθυμεί να κατανοήσει πώς οι ιδέες, οι λέξεις και τα όνειρα των ανθρώπων ταξιδεύουν μέσα στους αιώνες, ενώνοντας διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς.
Η ιστορία αυτού του λαού, ωστόσο, κρύβει άλλη μία ενδιαφέρουσα γλωσσική και γεωγραφική ανατροπή, η οποία αφορά το ίδιο το όνομά τους. Παρότι ο δυτικός κόσμος τους γνώρισε και τους κατέγραψε ιστορικά ως Πέρσες, η ονομασία αυτή προέρχεται απλώς από την επαρχία Παρς ή Φαρς. Σε αυτή τη συγκεκριμένη περιοχή του νοτιοδυτικού οροπεδίου εγκαταστάθηκαν τα νομαδικά φύλα όταν κατέβηκαν από τις στέπες της Κεντρικής Ασίας, μετατρέποντάς την στην καρδιά και το απόλυτο ορμητήριο της μετέπειτα αυτοκρατορίας τους. Επειδή ακριβώς οι πρώτες επαφές των ξένων λαών έγιναν με αυτή την ισχυρή επαρχία, η ονομασία Περσία επεκτάθηκε για να περιγράψει ολόκληρο το κράτος. Οι ίδιοι, αντίθετα, προσδιόριζαν τη βαθύτερη φυλετική τους ταυτότητα με τον όρο Ιράν. Η λέξη αυτή έλκει την καταγωγή της από τη σανσκριτική λέξη που σημαίνει τον ευγενή, δηλώνοντας αυτόν που έχει υψηλή και περήφανη καταγωγή. Οι κάτοικοι της περιοχής παρέμειναν τόσο υπερήφανοι για αυτή την αρχαία ρίζα τους, ώστε πολύ αργότερα, το 1938, η ηγεσία της χώρας ζήτησε διεθνώς να σταματήσει η χρήση του ιστορικού ονόματος Περσία και να μετονομαστεί επίσημα το κράτος σε Ιράν.
Πέρα από την καταγωγή τους, αυτό που διαμόρφωσε ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι αυτοί λαοί αντιλαμβάνονταν τον κόσμο ήταν η θρησκεία τους. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου διαπιστώνουμε πως οι αρχαίοι Πέρσες ασπάστηκαν τον Ζωροαστρισμό, μια πίστη που θεμελίωσε ο προφήτης Ζαρατούστρα. Σε μια εποχή όπου η ευρύτερη Μέση Ανατολή κυριαρχούνταν από τον πολυθεϊσμό, οι Πέρσες έκαναν μια τεράστια ιδεολογική στροφή προς τον μονοθεϊσμό, τοποθετώντας στο κέντρο της λατρείας τους τον Αχούρα Μάζντα, τον Σοφό Κύριο και δημιουργό του σύμπαντος. Η διδασκαλία αυτή δεν περιοριζόταν σε μια απλή τήρηση τελετουργικών, αλλά έθετε τα θεμέλια μιας βαθιάς ηθικής φιλοσοφίας που βασιζόταν αποκλειστικά στην ελεύθερη βούληση του ατόμου.
Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, το σύμπαν βρισκόταν σε μια αέναη σύγκρουση ανάμεσα στο Καλό, που ταυτιζόταν με την αλήθεια, και στο Κακό, που αντιπροσώπευε το ψέμα. Κάθε άνθρωπος καλούνταν να επιλέξει συνειδητά με ποια πλευρά θα συνταχθεί μέσα από τις καθημερινές του πράξεις. Αυτή η ηθική πυξίδα δεν καθόρισε μόνο τις ζωές των απλών ανθρώπων, αλλά ενσωματώθηκε πλήρως στην ίδια την πολιτική κουλτούρα της δυναστείας των Αχαιμενιδών, προσφέροντας την ηθική νομιμοποίηση για την κυριαρχία τους. Οι Πέρσες βασιλιάδες δεν θεωρούσαν τις κατακτήσεις τους ως μια απλή στρατιωτική επικράτηση, αλλά πίστευαν ακράδαντα πως λειτουργούσαν ως όργανα του θεού τους. Έβλεπαν την επέκταση της αυτοκρατορίας τους ως μια ιερή αποστολή με σκοπό να νικήσουν το χάος και το ψέμα, φέρνοντας την αρμονία, τη δικαιοσύνη και την τάξη σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο.
ΟΙ ΠΕΡΣΕΣ
Από την Περσέπολη στην Τεχεράνη
Μετάφραση: Παναγιώτης Σουλτάνης
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
